μοιχεία

μοιχεία
η измена, нарушение супружеской верности; прелюбодеяние (уст. )

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "μοιχεία" в других словарях:

  • μοιχεία — μοιχείᾱ , μοιχεία adultery fem nom/voc/acc dual μοιχείᾱ , μοιχεία adultery fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχείᾳ — μοιχείᾱͅ , μοιχεία adultery fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχεία — (Νομ.). Η εξώγαμη, κατά φύση, συνουσία ενός άντρα και μιας γυναίκας, από τους οποίους ο ένας τουλάχιστον είναι παντρεμένος. Στην αρχαία Ελλάδα, η μυστική σαρκική σχέση με μια ελεύθερη γυναίκα, χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου της, αποτελούσε… …   Dictionary of Greek

  • μοιχεία — η η παράβαση της συζυγικής πίστης: Κατηγόρησε τον άντρα της για μοιχεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοιχείας — μοιχείᾱς , μοιχεία adultery fem acc pl μοιχείᾱς , μοιχεία adultery fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχείαι — μοιχείᾱͅ , μοιχεία adultery fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχείαν — μοιχείᾱν , μοιχεία adultery fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχειῶν — μοιχεία adultery fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχείαις — μοιχεία adultery fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχείην — μοιχεία adultery fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιχείῃσι — μοιχεία adultery fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»